μεταδίδω / εκφράζω /metɐˈðiðo/ Verb
- English
- convey
- Bahasa Indonesia
- menyampaikan
Example
- Το ποίημα **μεταφέρει** (εκφράζει / υποδηλώνει / αποπνέει) ένα βαθύ αίσθημα νοσταλγίας.
- The poem conveys a deep sense of longing.
- Εδώ το «μεταφέρω» είναι το πιο φυσικό για λογοτεχνία.