μετράω /meˈtrao/ Verb

English
count
Bahasa Indonesia
menghitung

Example

  • Το παιδί έμαθε να [μετράω] μέχρι το είκοσι.
  • The child learned to count to twenty.
  • Το 'μετράω' είναι το πιο κοινό για απλή απαρίθμηση.