Μηχανική /mi.xa.niˈci/ Noun
- English
- engineering
- Bahasa Indonesia
- teknik
Example
- Σπουδάζει [Μηχανική (Πολιτική/Αρχιτεκτονική/Δομική) — της/του/των] πολιτική μηχανική.
- She is pursuing a degree in civil engineering.
- Στην Ελλάδα, το 'Πολιτικός Μηχανικός' είναι ο τίτλος του επαγγέλματος.