Μόδα /moˈða/ Noun
- English
- fashion
- Bahasa Indonesia
- gaya
Example
- Η Μαρία πάντα ακολουθεί τη νέα [μόδα] (τρέχουσα τάση / επικράτηση / ρυθμός) στα ρούχα.
- She always keeps up with the latest fashion.
- Εδώ τονίζεται η συνεχής παρακολούθηση των νέων ρευμάτων.