Διαδρομή /ðiaˈðromi/ Οδός
- English
- path
- Bahasa Indonesia
- jalur
Example
- Το γραφικό μονοπάτι (μονοπάτι / διαδρομή / οδός) πλαισιωνόταν από τριαντάφυλλα.
- The garden path was lined with roses.
- Το 'μονοπάτι' δίνει την αίσθηση του στενού, φυσικού περάσματος.