νεφρός /neˈfros/ Noun
- English
- kidney
- Bahasa Indonesia
- ginjal
Example
- Υπέφερε από έναν επώδυνο νεφρικό [νεφρός / νεφράκι / νεφρική μονάδα] πυρετό.
- She suffered from a painful kidney infection.
- Το «νεφράκι» δίνει μια αίσθηση μικρού ή ευαίσθητου οργάνου.