Ομολογώ /omo.loˈɣo/ Verb

English
confess
Bahasa Indonesia
mengakui

Example

  • Ο ύποπτος τελικά [ομολογεί] (εξομολογείται/παραδέχεται) τη ληστεία.
  • The suspect finally confessed to the robbery.
  • Το 'ομολογώ' είναι πιο βαρύ, ταιριάζει σε νομικό πλαίσιο.