ορίζοντας /oˈrizon/ Noun

English
horizon
Bahasa Indonesia
cakrawala

Example

  • Η δύση του ήλιου χάθηκε πίσω από τον [ορίζοντα] — σαν να έσβησε η τελευταία ελπίδα.
  • The sun sank below the horizon.
  • Η εικόνα του ήλιου που χάνεται είναι κλασική.