παραγωγικός /paraʝoˈʝikos/ Adjective

English
productive
Bahasa Indonesia
produktif

Example

  • Η σύσκεψη ήταν εξαιρετικά **παραγωγική** (αποδοτική / καρποφόρα / ουσιαστική) — πήραμε αποφάσεις.
  • The meeting was highly productive.
  • Στα ελληνικά, το «παραγωγικός» ταιριάζει τέλεια σε επαγγελματικό πλαίσιο.