παραπέμπω /rɪˈfɜːr/ Verb
- English
- refer
- Bahasa Indonesia
- merujuk
Example
- Ο γιατρός μου [παρέπεμψε] (υποδειγνύω / κατευθύνω / στέλνω) σε ειδικό.
- My doctor referred me to a specialist.
- Το «παραπέμπω» είναι το πιο συνηθισμένο για ιατρικά ή επίσημα θέματα.