πειρατής /pi.rɛ.ˈtis/ Noun
- English
- pirate
- Bahasa Indonesia
- bajak laut
Example
- Ο [πειρατής] απαίτησε από το πλήρωμα να παραδώσει το φορτίο.
- The pirate captain demanded the crew surrender the cargo.
- Εδώ χρησιμοποιείται η κλασική έννοια, αλλά με σύγχρονη ροή.