πείσμα /ˈpis.ma/ ΟυσιαστικόEnglishspiteBahasa Indonesiadendam kesumat / sengajaExampleΤο είπε μόνο από **πείσμα**.He only said that out of spite.Εδώ το πείσμα είναι η άμεση, παρορμητική αντίδραση.