Πειθαρχία /pi.θarˈci.a/ Noun

English
discipline
Bahasa Indonesia
kedisiplinan

Example

  • Το σχολείο έχει φήμη για υψηλά πρότυπα **πειθαρχίας** (αυτοέλεγχος / τάξη / αυστηρότητα) — η ατμόσφαιρα είναι πάντα σοβαρή.
  • The school has a reputation for high standards of discipline.
  • Εδώ η «πειθαρχία» είναι η γενική συμπεριφορά.