περιφρόνηση /peri.froˈni.si/ Noun
- English
- contempt
- Bahasa Indonesia
- rasa meremehkan
Example
- Την κοίταξε με απόλυτη **περιφρόνηση** για το σπασμένο μηχάνημα.
- She looked at the broken machine with contempt.
- Εδώ η περιφρόνηση είναι η στάση απέναντι στην αδυναμία.