Πλεονέκτημα /pleoˈnektima/ Noun
- English
- asset
- Bahasa Indonesia
- aset
Example
- Στη δουλειά του, η υπομονή αποτελεί ανεκτίμητο [Περιουσιακό στοιχείο] (Προσόν / Αξία / Δύναμη).
- In his job, patience is an invaluable asset.
- Εδώ τονίζεται η διαρκής, άυλη αξία.