περίσταση /perisˈtasi/ Noun
- English
- occasion
- Bahasa Indonesia
- momen
Example
- Έχουμε συναντηθεί για να συζητήσουμε το έργο σε αρκετές [περιστάσεις].
- We have met on several occasions to discuss the project.
- Εδώ το 'περιστάσεις' είναι η πιο ταιριαστή λέξη για επαναλαμβανόμενες συναντήσεις.