περιστατικό /peristatiko/ Noun

English
incident
Bahasa Indonesia
insiden

Example

  • Η αστυνομία ερευνά το [περιστατικό] — της: Η αστυνομία ερευνά το περιστατικό.
  • The police are investigating the incident.
  • Το 'περιστατικό' είναι η πιο συνηθισμένη, ουδέτερη επιλογή.