ΕΠΕΞΗΓΩ / ΠΕΡΙΤΕΧΝΟΣ /epiksiˈʝo/ Επίθετο
- English
- elaborate
- Bahasa Indonesia
- menguraikan / terperinci
Example
- Η εταιρεία έχει έναν **περίτεχνο** (λεπτομερή / περίπλοκο / καλοσχεδιασμένο) μηχανισμό ασφαλείας.
- The company has an elaborate security system.
- Τονίζει την υψηλή ποιότητα σχεδιασμού.