Φάσμα /ˈfasma/ Noun
- English
- spectrum
- Bahasa Indonesia
- spektrum
Example
- Το φως διασπάστηκε σε ένα **φάσμα** χρωμάτων. (Διάθλαση / Φωτεινότητα / Απόχρωση)
- The light was broken into a spectrum of colors.
- Εδώ το 'φάσμα' είναι η φυσική διάκριση του φωτός.