Πιστοποιητικό /pisti.ti.fiˈtiko/ Noun
- English
- certificate
- Bahasa Indonesia
- sertifikat
Example
- Πήρε το [πιστοποιητικό] για την ολοκλήρωση του σεμιναρίου.
- She received a certificate for completing the course.
- Εδώ το 'πιστοποιητικό' είναι το φυσικό έγγραφο.