πλήθος /pliˈθos/ Noun
- English
- crowd
- Bahasa Indonesia
- kerumunan
Example
- Προπηλακίστηκε μέσα στο πλήθος (συνάθροισμα / όχλος / μάζα) — Έσπρωξε τον εαυτό του μέσα στο πλήθος.
- He pushed his way through the crowd.
- Το «πλήθος» είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.