πόλεμος /ˈpo.le.mos/ Noun
- English
- war
- Bahasa Indonesia
- perang
Example
- Ο Δεύτερος Παγκόσμιος [Πόλεμος] (έριδα / αντιπαράθεση) άλλαξε τον παγκόσμιο χάρτη.
- The Second World War changed the world map.
- Το 'Παγκόσμιος Πόλεμος' είναι η καθιερωμένη ονομασία.