Πολεμική Σύγκρουση /polemiˈki ˈsiŋkrofi/ Noun

English
warfare
Bahasa Indonesia
peperangan

Example

  • Ο στρατός εκπαιδεύεται στον αστικό [Πολεμική δράση (μάχες πόλεων / συγκρούσεις / εχθροπραξίες)] — της: The army is trained in urban warfare.
  • The army is trained in urban warfare.
  • Το 'αστικός πόλεμος' είναι η πιο άμεση και συχνή απόδοση.