πολιτική /poliˈtici/ Noun
- English
- politics
- Bahasa Indonesia
- politik
Example
- Η απόφασή της να ασχοληθεί με την τοπική [πολιτική] ήρθε μετά τη συνάντηση στο δημαρχείο.
- She decided to enter local politics after the town hall meeting.
- Εδώ χρησιμοποιείται το «ασχολούμαι με» (imperfective) για τη συνεχή δράση.