πορτρέτο /portrɛto/ Noun
- English
- portrait
- Bahasa Indonesia
- potret
Example
- Παρήγγειλε ένα [πορτρέτο] (προσωπογραφία / εικόνα) της γιαγιάς της.
- She commissioned a portrait of her grandmother.
- Το 'πορτρέτο' είναι το πιο κοινό, το 'προσωπογραφία' πιο επίσημο.