ποσοστό /posoˈsto/ Noun

English
percentage
Bahasa Indonesia
persentase

Example

  • Ποιο είναι το {ποσοστό} του πληθυσμού που αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ακρίβειας;
  • What percentage of the population is overweight?
  • Εδώ το 'ποσοστό' είναι το κεντρικό θέμα της έρευνας.