πραγματικότητα /prɐɣmɐtikoˈtita/ Noun
- English
- reality
- Bahasa Indonesia
- kenyataan
Example
- Αρνείται να αντιμετωπίσει την [πραγματικότητα] — την σκληρή αλήθεια / την υφή / την ουσία.
- She refuses to face reality.
- Το «σκληρή αλήθεια» είναι η πιο δυνατή έκφραση εδώ.