προπονητής /koʊtʃ/ Noun

English
coach
Bahasa Indonesia
pelatih

Example

  • Ο αρχηγός προπονητής (ο προπονητής) αποφάσισε να αλλάξει τη στρατηγική.
  • The head coach decided to change the strategy.
  • Το 'αρχηγός' τονίζει την κορυφαία θέση.