προσευχή /prosevˈçi/ Noun

English
prayer
Bahasa Indonesia
doa

Example

  • Ψιθύρισε μια σιωπηλή προσευχή για την οικογένειά της. (Ψιθύρισε μια σιωπηλή δέηση / παράκληση / ικεσία — για την οικογένειά της.)
  • She whispered a silent prayer for her family.
  • Η 'σιωπηλή προσευχή' είναι κλασική έκφραση.