Επιφυλακτικός /epi.fi.la.ktiˈkos/ Επιθετικό

English
cautious
Bahasa Indonesia
hati-hati

Example

  • Η κυβέρνηση στάθηκε [προσεκτική] (φειδωλή / συνετή / μετρημένη) στην απάντησή της στην έκθεση.
  • The government has been cautious in its response to the report.
  • Εδώ τονίζεται η ανάγκη για μη βιαστική, ζυγισμένη αντίδραση.