προσλαμβάνω /prozlavˈbano/ Verb
- English
- hire
- Bahasa Indonesia
- mempekerjakan
Example
- Η Αλίκη **προσλήφθηκε** (προσλαμβάνω/προσλάβω) πριν από τρία χρόνια.
- She was hired three years ago.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος, δηλώνοντας την ολοκληρωμένη πράξη.