Προσοχή /prosoˈxʲi/ Noun
- English
- caution
- Bahasa Indonesia
- kehati-hatian
Example
- Οι πεζοπόροι προχώρησαν με ακραία **προσοχή** (επιμέλεια / φροντίδα / επιφυλακτικότητα) — η διαδρομή ήταν ολισθηρή.
- The hikers proceeded with extreme caution.
- Η 'ακραία προσοχή' είναι μαγνητική φράση.