οφειλόμενο /djuː/ Adjective
- English
- due
- Bahasa Indonesia
- jatuh tempo / disebabkan oleh
Example
- Το τρένο **αναμένεται** στις 5 το απόγευμα. (Ποιητική απόδοση: **δέον** να φτάσει)
- The train is due at 5 PM.
- Στην καθημερινή χρήση, το ρήμα 'αναμένεται' είναι πιο φυσικό για χρονοδιαγράμματα.