ψάρι /pˈsari/ Noun
- English
- fish
- Bahasa Indonesia
- ikan
Example
- Τα παιδιά χάρηκαν που είδαν τα πολύχρωμα ψάρια (τα ζωηρά πλάσματα / τα λαμπερά είδη / τα φανταχτερά ζωντανά).
- The children were excited to see the colorful fish.
- Στην Ελλάδα, η παρατήρηση ψαριών είναι συχνή στις διακοπές.