ψιθυρίζω /psiθiˈrizo/ Noun
- English
- whisper
- Bahasa Indonesia
- berbisik / bisikan
Example
- Άκουσα έναν αχνό ψίθυρο από τον διάδρομο. (ψιθύρισμα / μουρμούρα / σιγανή φωνή)
- I heard a faint whisper from the hallway.
- Το 'αχνός' τονίζει την αδυναμία του ήχου.