Πυκνότητα /pikˈnoːtita/ Noun
- English
- density
- Bahasa Indonesia
- kepadatan
Example
- Η [πυκνότητα] (ομίχλης / ομίχλης / νέφους) έκανε την οδήγηση επικίνδυνη.
- The density of the fog made driving dangerous.
- Στην ατμόσφαιρα, το 'πυκνότητα' είναι το κυρίαρχο.