συνταξιοδοτούμαι /sindaksiodoˈtume/ Verb
- English
- retire
- Bahasa Indonesia
- memasuki masa pensiun
Example
- Ο Γιάννης θα [αποσύρεται] (αποσύρεται / βγαίνει στη σύνταξη / συνταξιοδοτείται) του χρόνου μετά από 30 χρόνια στην εταιρεία.
- He is retiring next year after 30 years with the company.
- Το 'αποσύρεται' εδώ δίνει μια αίσθηση ήρεμης αποχώρησης.