Ρυθμιστής /riθmisˈtis/ Noun
- English
- regulator
- Bahasa Indonesia
- pengatur
Example
- Ο **ρυθμιστής** της αγοράς ενέργειας έθεσε νέα πρότυπα ασφαλείας.
- The gas industry regulator set new safety standards.
- Εδώ χρησιμοποιείται το 'ρυθμιστής' για να δηλώσει την επίσημη οντότητα.