σοκαριστικό /sokaɾiˈt͡ʃiko/ Εκπληκτικός

English
shocking
Bahasa Indonesia
menggemparkan

Example

  • Οι συνθήκες στη φυλακή ήταν **σοκαριστικές** (ανατριχιαστικός / απίστευτος / φρικτός) — και αυτό είναι λίγο.
  • The conditions in the prison were shocking.
  • Εδώ το 'σοκαριστικός' είναι το πιο άμεσο, αλλά το 'ανατριχιαστικός' δίνει βάθος.