συλλαμβάνω /silaˈvaneo/ Noun
- English
- arrest
- Bahasa Indonesia
- penangkapan / menangkap
Example
- Η αστυνομία έκανε αρκετές [σύλληψη] χθες το βράδυ.
- The police made several arrests last night.
- Η 'σύλληψη' είναι ο καθιερωμένος όρος για την αστυνομική ενέργεια.