συγκρότημα /siŋkoˈtimat/ Noun
- English
- band
- Bahasa Indonesia
- grup musik
Example
- Το συγκρότημα έπαιξε ένα φανταστικό σετ στο φεστιβάλ χθες το βράδυ.
- The band played a fantastic set at the festival last night.
- Το 'σετ' (set) είναι κοινά αποδεκτό στον μουσικό χώρο.