Συγχωνεύω / Συγχωνεύω /siŋxoneˈvo/ Verb

English
merge
Bahasa Indonesia
melebur

Example

  • Οι δύο τράπεζες είναι έτοιμες να [συγχωνευθούν] του χρόνου.
  • The two banks are set to merge next year.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η παθητική φωνή (συγχωνεύονται) για να δηλώσει την αναμενόμενη εξέλιξη.