συναγερμός /sinaʝerˈmos/ Noun
- English
- alarm
- Bahasa Indonesia
- peringatan
Example
- Αποφάσισε να κηρύξει τον [συναγερμός] (κίνδυνος / αναστάτωση / κραυγή) για την κρίση.
- She decided to sound the alarm.
- Εδώ το 'συναγερμός' λειτουργεί ως γενική ένδειξη κινδύνου.