συνδυάζω /sɪnðoˈvazo/ Verb
- English
- combine
- Bahasa Indonesia
- menggabungkan
Example
- Το υδρογόνο και το οξυγόνο [συνδυάζονται] για να σχηματίσουν νερό.
- Hydrogen and oxygen combine to form water.
- Εδώ χρησιμοποιείται το αμετάβατο (reflexive) για φυσική διαδικασία.