συνταγή /sɪn.taˈʝi/ Noun
- English
- recipe
- Bahasa Indonesia
- resep
Example
- Ακολούθησα τη [συνταγή] (εκτέλεση / τρόπος παρασκευής) για το κοτόπουλο στιφάδο πιστά.
- I followed the recipe for chicken soup exactly.
- Η 'πιστή' ακολούθηση είναι κλειδί στη μαγειρική.