Συντομία /sindromˈia/ Noun
- English
- brevity
- Bahasa Indonesia
- keringkasan
Example
- Η **Συντομία** του λόγου του τον έκανε πιο επιδραστικό.
- The brevity of his speech made it more impactful.
- Εδώ η συντομία είναι θετικό χαρακτηριστικό, όπως στο 'punchy' αγγλικό ύφος.