ΚΑΛΩΔΙΟ / ΣΥΡΜΑ /kaˈloðio/ Noun
- English
- wire
- Bahasa Indonesia
- kabel
Example
- Ο φράχτης ήταν φτιαγμένος από **αγκαθωτό σύρμα** (αγκάθι / σιδερόσυρμα / λεπτό μέταλλο).
- The fence was made of barbed wire.
- Το «αγκαθωτό σύρμα» είναι η καθιερωμένη ονομασία για το barbed wire.