Έσοδα /ˈe.so.ða/ Ουσιαστικό
- English
- proceeds
- Bahasa Indonesia
- penerimaan
Example
- Πούλησε το παλιό της αμάξι και με [τα έσοδα] αγόρασε ένα πιάνο.
- She sold her car and bought a piano with the proceeds.
- Εδώ το 'έσοδα' είναι το πιο φυσικό, σαν να μιλάμε για το αποτέλεσμα μιας συναλλαγής.