απέραντο /aˈperanto/ Ευρύχωρος
- English
- vast
- Bahasa Indonesia
- teramat luas
Example
- Η εταιρεία δραστηριοποιείται σε **τεράστιο** φάσμα της παγκόσμιας αγοράς.
- The company operates in a vast area of the global market.
- Το «τεράστιος» εδώ δίνει έμφαση στο εύρος και την κλίμακα, όχι μόνο στο μέγεθος.