θεατρικός /θe.a.triˈkos/ Επιθετικό
- English
- theatrical
- Bahasa Indonesia
- dramatis
Example
- Ακολούθησε καριέρα στην [θεατρική παραγωγή] — μια πορεία γεμάτη φως και σκιές.
- She pursued a career in theatrical production.
- Εδώ αναφέρεται στην τέχνη του θεάτρου.